ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΓΚΙΩΝΗΣ (ΓΚΙΟΝΗΣ) Ή ΣΚΩΨ Ο ΚΟΙΝΟΣ (OTUS SCOPS)

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ο Γκιώνης ή Σκωψ ο κοινός (Otus scops – αγγλ. Scops Owl, γαλλ. Hibou petit-duc, γερμ. Zwergohreule) είναι είδος πτηνού, το οποίο ανήκει στην οικογένεια ΓΛΑΥΚΙΔΕΣ – ΣΤΡΙΓΓΙΔΕΣ (STRIGIDAE), στην τάξη ΓΛΑΥΚΟΜΟΡΦΑ – ΣΤΡΙΓΓΟΜΟΡΦΑ (STRIGIFORMES), στην οποία περιλαμβάνονται, πέραν των γκιώνηδων, οι κουκουβάγιες και οι μπούφοι. Ο γκιώνης είναι το μικρότερο είδος της τάξεως των Γλαυκόμορφων και ακολουθούν η κουκουβάγια και ο μπούφος, ο οποίος έχει το μεγαλύτερο μέγεθος (οι μπούφοι είναι ιδιαιτέρως μεγάλα και εντυπωσιακά πτηνά – αρπακτικά). Ουσιαστικά ο γκιώνης είναι σαν μία μικρή κουκουβάγια. Η τάξη των Γλαυκόμορφων χωρίζεται σε δύο οικογένειες με 30 γένη και 144 είδη.

Η επιστημονική ονομασία του γκιώνη είναι Otus scops (Ώτος ο σκωψ), όπου το «Ώτος» παραπέμπει στο γένος και το «σκωψ» στο είδος. Ο όρος «ώτος» προέρχεται – ετυμολογείται από την αρχαιοελληνική λέξη «ους», δηλαδή το αυτί, και αναφέρεται, προφανώς, στα χαρακτηριστικά λοφία πάνω από τα μάτια του γκιώνη, τα οποία μοιάζουν με αυτιά. Ο όρος «σκωψ» προέρχεται – ετυμολογείται από το αρχαιοελληνικό ρήμα «σκώπτω», δηλαδή παρατηρώ, και αναφέρεται στο επίμονο και διαπεραστικό βλέμμα του γκιώνη. Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο, ότι και οι δύο αυτοί όροι («Ώτος ο σκωψ») παραπέμπουν και στα δύο χαρακτηριστικά στοιχεία του γκιώνη, ήτοι στην άριστη όρασή του και στην οξεία ακοή του. Η δε λέξη «γκιώνης» ή «γκιόνης» είναι ηχομιμητική και προσομοιάζει στο άκουσμα της φωνής του συγκεκριμένου είδους πτηνού. Ο σκωψ ο κοινός (Otus scops) ή γκιώνης είναι γνωστός και, ως  σκλόπα ή σπουλέπα, αλλά και ως νυχτοπούλι ή κλώσσος.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΤο μήκος – μέγεθος του γκιώνη κυμαίνεται μεταξύ 16-20 περίπου εκατοστών (ο βορειότερες φυλές είναι μεγαλύτερες και με πιο αχνά – ανοικτά χρώματα). Είναι λίγο μικρότερος από τη μικρή κουκουβάγια, η οποία απαντάται στην Ελλάδα (η περίφημη Αθηνά η γλαύκα – Athene noctua), έχοντας μικρότερο κεφάλι (όχι τόσο επίπεδο όσο της κουκουβάγιας), το οποίο φαίνεται στρογγυλό από μπροστά, λεπτότερο και πιο μακρύ σώμα, μακρύτερη ουρά και πόδια χωρίς φτερά – πούπουλα. Ο γκιώνης είναι η μικρότερη ευρωπαϊκή γλαύκα, με εξαίρεση τη σπουργιτόγλαυκα (Glaucidium passerinum). Το μήκος των φτερών του είναι 145-165 χιλιοστά και το βάρος του κυμαίνεται μεταξύ 60-135 γραμμαρίων. Τα θηλυκά, τα οποία είναι ισομεγέθη ή και μεγαλύτερα από τα αρσενικά, έχουν συνήθως μεγαλύτερο βάρος από τα αρσενικά. Φέρει μικρά λοφία (τούφες – φούντες από φτερά) πάνω από τα μάτια (ένα πάνω από κάθε μάτι), όπως ο μπούφος, τα οποία λοφία προεξέχουν από το υπόλοιπο φτέρωμα της κεφαλής και τα ανασηκώνει όταν τρομάξει. Το κεφάλι του στηρίζεται σε ένα κοντό και ευκίνητο λαιμό. Έχει μεγάλα μάτια, κίτρινου ή πράσινου χρώματος, τοποθετημένα στο μπροστινό μέρος της κεφαλής και έτσι διαμορφωμένα, ώστε να βλέπει άνετα στο σκοτάδι. Επειδή τα μάτια του είναι ακίνητα, έχει την ικανότητα να στρέφει το κεφάλι του μέχρι και 270 μοίρες. Έχει εξαιρετικά ισχυρή όραση και οξεία ακοή. Τα πόδια του έχουν γαμψά νύχια και το ράμφος του είναι μικρό και γαμψό. Πετά αθόρυβα. Το δε φτέρωμά του είναι ανοιχτόχρωμο, καστανοκόκκινο προς γκρίζο, διάστικτο με τεφροκάστανες μικρές κηλίδες και σκωληκοειδείς γραμμώσεις, καθώς και υπόλευκες κηλίδες και μπαλώματα. Δεν παρατηρείται διαφορά στο χρωματισμό του αρσενικού και του θηλυκού. Το χρώμα του φτερώματος του γκιώνη μοιάζει πολύ με τον φλοιό μεγάλων σε ηλικία δένδρων, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολος ο εντοπισμός του πάνω σ’αυτά.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η φωνή του γκιώνη είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό άκουσμα των καλοκαιρινών νυκτών. Πρόκειται για ένα συνεχώς επαναλαμβανόμενο, μονότονο και μελαγχολικό, σφύριγμα «κγιου – κγιου» ή «τιου – τιου» ή «πιου – πιου», το οποίο είναι χαρακτηριστικό και ομοιάζει μόνο με τη φωνή ενός βατράχου, του Βομβυνάτορα, αλλά και εν γένει με τους ήχους φρύνων – βατράχων του γένους Αλύτης (Alytes), το οποίο, όμως, δεν εκπροσωπείται στην Ελλάδα με κάποιο είδος. Όταν ο θηλυκός γκιώνης ζευγαρώσει βγάζει ήχους σε υψηλότερο τόνο και ελαφρώς βραχνούς. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του φλερτ μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού γκιώνη, σχηματίζουν ηχητικό – φωνητικό ντουέτο, το οποίο παράγει ήχους, που δίνουν την αίσθηση ενός δισύλλαβου τραγουδιού με εναλλαγή χαμηλών και υψηλών τόνων. Το κάλεσμα επαφής μεταξύ των γκιώνηδων είναι ένας ήχος, που ακούγεται ως σφύριγμα «φιου». Όταν ο γκιώνης αισθάνεται απειλή και φόβο βγάζει έναν ιδιαίτερο ήχο, σαν κροτάλισμα. Σε κάθε περίπτωση, ειδικώς, ως προς το ζήτημα της φωνής του γκιώνη και της λαϊκής ονομασίας του, έχουν αναπτυχθεί διάφοροι λαϊκοί μύθοι – θρύλοι, στους οποίους θα γίνει αναφορά στη συνέχεια.

Ο γκιώνης είναι από τα πιο διαδεδομένα νυκτόβια αρπακτικά πτηνά της Ευρώπης και της Β. Αφρικής. Δραστηριοποιείται το σούρουπο ή τη νύχτα. Λόγω του μικρούς μεγέθους του, τρέφεται κυρίως με έντομα, όπως ακρίδες, σκαθάρια, σκώρους, τζίτζηκες, αράχνες, κάμπιες και γαιοσκώληκες. Για το λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα ωφέλιμος στη γεωργία. Ωστόσο, τρέφεται και με σπονδυλωτά ζώα, όπως πολύ μικρά θηλαστικά – τρωκτικά, μικρά πτηνά, ερπετά και βατράχια. Συχνά έλκονται από το τεχνητό φως για να τραφούν με έντομα, τα οποία συσσωρεύονται γύρω από αυτό. Επιτίθενται με ξαφνικές εφορμήσεις. Η άριστη όραση του γκιώνη, η οξεία ακοή του και το αθόρυβο πέταγμά του, το καθιστούν ιδιαιτέρως αποτελεσματικό στον εντοπισμό και τη «σύλληψη» του θηράματός του. Στα μεγαλύτερα θηράματά του εφορμά συνήθως από ένα υψηλό κλαρί δένδρου. Τα μικρά θηράματά του τα «συλλαμβάνει» με το ράμφος του, ενώ τα μεγαλύτερα με τα νύχια του.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΟ γκιώνης  είναι μονογαμικό πτηνό. Φωλιάζει σε κοιλότητες, σε εγκαταλειμμένες φωλιές άλλων πτηνών, ανάμεσα σε βράχους, σε χαλάσματα, μέσα σε ανοίγματα τοίχων, κλπ. Ζει κοντά σε κατοικημένες περιοχές, φυτείες, κήπους, κλπ. Δεν απαντάται σε πυκνά δάση. Γεννά από 1 έως 6 αυγά (συνήθως 3-4). Η ωοτοκία γίνεται, κατά κανόνα, από τον Απρίλιο έως το Μάϊο. Η επώαση – εκκόλαψη διαρκεί περίπου 29 μέρες. Τα αυγά του γκιώνη είναι άσπρα και σφαιρικά, με κυμαινόμενο μέγεθος 27-31 χιλιοστά. Η εκκόλαψη των αυγών αρχίζει συνήθως με τη γέννηση του δεύτερου αυγού – γι’αυτό και τα μικρά έχουν διαφορά ηλικίας σε ημέρες – και γίνεται μόνο από το θηλυκό γκιώνη, ενώ ο αρσενικός μεριμνά για την εξεύρεση της τροφής. Τα αυγά «σκάνε» μετά από 20-31 ημέρες, αναλόγως του κλίματος. Ο θηλυκός γκιώνης τρέφει τους νεαρούς γκιώνηδες για περίπου 18 ημέρες και μετά αρχίζει να φεύγει από τη φωλιά,  προκειμένου να βοηθά τον αρσενικό γκιώνη στην εξεύρεση τροφής. Οι μικροί γκιώνηδες γεννιούνται τυφλοί και τα μάτια τους αρχίζουν να ανοίγουν στις 11-13 ημέρες. Μετά από 3-4 εβδομάδες, οι νεαροί γκιώνηδες εγκαταλείπουν τη φωλιά, προσγειώνονται στο έδαφος και επιχειρούν στη συνέχεια να σκαρφαλώσουν σε δένδρα και θάμνους, χρησιμοποιώντας το ράμφος και τα νύχια τους. Παράλληλα, ανοίγουν τα φτερά τους, προσπαθώντας να ισορροπήσουν. Μετά από 33 περίπου ημέρες είναι σε θέση να πετάξουν. Τα φροντίζουν και οι δύο γονείς τους για περίπου 4-5 εβδομάδες μέχρι να ανεξαρτητοποιηθούν. Ωριμάζουν γεννητικά στον πρώτο χρόνο της ζωής τους (περίπου στους δέκα μήνες). Έχει καταγραφεί, ότι ο γκιώνης ζει περί τα 12½ έτη. Ωστόσο, υποστηρίζεται σε βιβλιογραφία, ότι ο κύκλος της ζωής του δύναται να φθάσει και τα 20 έτη!

Ο γκιώνης είναι αποδημητικό πτηνό. Απαντάται σε όλο τον Παλαιό Κόσμο, στην Ασία, στην Αφρική, στη Νότια Ευρώπη (Ιβηρική και Βαλκανική Χερσόνησο, Γαλλία και Ιταλία). Στη βόρεια Ευρώπη είναι πολύ σπάνιος. Διαχειμάζει στις υποσαχάριες περιοχές της κεντρικής Αφρικής. Στην Ελλάδα είναι συνηθισμένος επισκέπτης την άνοιξη και το καλοκαίρι. Ωστόσο, στην κεντρική και στη νότια Ελλάδα, όπως και στην Κύπρο, είναι μάλλον μόνιμος κάτοικος. Στους δήμους Σαρωνικού και Λαυρεωτικής απαντάται συχνά (ο γκιώνης των φωτογραφιών βρέθηκε τραυματισμένος στη Σαρωνίδα Αττικής – βλέπε εδώ). Στις μοναδικές μεσογειακές χώρες, στις οποίες δεν απαντάται, είναι η Αίγυπτος και η Λιβύη.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Με αφορμή τη χαρακτηριστική φωνή του γκιώνη, έχουν δημιουργηθεί διάφοροι λαϊκοί μύθοι και θρύλοι, τους οποίους έχει διασώσει η λαϊκή παράδοσή μας. Ειδικότερα:

Υπάρχει μία πολύ γνωστή λαϊκή παράδοση, η οποία εξηγεί – αιτιολογεί το λάλημα του γκιώνη, που είναι σαν να φωνάζει κάποιον Αντώνη. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την παράδοση, υπήρχαν δύο αδέλφια, όπου ο ένας ονομαζόταν Αντώνης (ή Γκιώνης σύμφωνα με άλλες εκδοχές) και τον σκότωσε ο άλλος αδελφός (Δήμος, σύμφωνα με ορισμένες εκδοχές). Ο φονιάς αδελφός, από λύπη, μεταμορφώθηκε (ή τον μεταμόρφωσε, ύστερα από δική του παράκληση, ο Θεός) σε πουλί, που κλαίει τον αδικοχαμένο αδελφό του: «Γκιον! Γκιον!» (και σε άλλες παραλλαγές: «Ντον! Ντον!»).

Από τις παραλλαγές, τις οποίες δημοσίευσε ο Νικόλαος Πολίτης διακρίνουμε δύο ομάδες, ανάλογα με τα περιστατικά του φόνου, που, είτε είναι ακούσιος, είτε γίνεται σε φιλονικία των δύο αδελφών, αλλά ο φονιάς μετανοεί αμέσως με την πιο πάνω συνέχεια. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση αναφέρεται συχνά, ότι ο γκιώνης κλαίει καθισμένος σ’ένα κλαρί και με το κεφάλι του κάτω, ώσπου να στάξει από τη μύτη του αίμα (σημάδι πως ο αδελφός του παίρνει το αίμα του πίσω¨ τότε ο γκιώνης ησυχάζει). Η λεπτομέρεια αυτή μπορεί να οφείλεται στα ερυθροκίτρινα στίγματα πάνω στο σταχτί χρώμα του πουλιού. Στην παράδοση για τον γκιώνη εμπλέκεται κάποτε και η κίσσα.

Είναι προφανές, ότι αυτές οι παραδόσεις δεν θα γίνονταν πάντοτε πιστευτές. Ωστόσο, ήταν ποιητικές ιστορίες, με τις οποίες ο λαός εξέφραζε ψυχικές συγκινήσεις και σκέψεις, αλλά και έδινε μία ερμηνεία των πραγμάτων, τις περισσότερες φορές διδακτική για τις νεότερες γενιές. Τη βαθύτερη αυτή σημασία των παραδόσεων κατανοούσαν και οι ποιητές, που εμπνέονταν από αυτές. Ο Γεώργιος Βιζυηνός δημοσίευσε ποιητική διασκευή της πιο πάνω λαϊκής παραδόσεως. Σύμφωνα με αυτήν την ποιητική διασκευή, ο Γκιώνης σκότωσε από απροσεξία τον αδελφό του, ενώ έπαιζαν και έριχναν το λιθάρι. Στη μητέρα του είπε, ότι ο αδελφός του πήγε να βρει μερικά πρόβατα, που χάθηκαν. Όμως, εκείνη του παρήγγειλε να μη γυρίσει σπίτι χωρίς τον αδελφό του. Τότε παρακάλεσε το θεό και τον έκανε γκιώνη. Ο Γεώργιος Δροσίνης διασκεύασε ποιητικά την άλλη παραλλαγή, όπου ο οργισμένος φονιάς αδελφός αμέσως ύστερα μετανοεί.

Πηγές – βιβλιογραφία

1. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα.

2. Εκπαιδευτική Εγκυκλοπαίδεια Εκδοτικής Αθηνών, τόμος 11ος, Ζωολογία.

3. Τα πουλιά της Ελλάδας και της Ευρώπης (Roger Peterson, Guy Mountfort και P.A.D. Hollom), εκδόσεις ΧΡΥΣΟΣ ΤΥΠΟΣ Α.Ε.

4. Wikipedia – The Free Encyclopedia: http://en.wikipedia.org/wiki/Lactarius_deliciosus.

5. The Owl Pages: http://www.owlpages.com/owls.php?genus=Otus&species=scops

6. Διάφοροι διαδικτυακοί τόποι.

ΔΕΙΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑhttps://enotitasaronikou.wordpress.com

Επιμέλεια κειμένου και φωτογραφίες: Δημήτριος Κλούρας για την «ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ».

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΛΟΥΡΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ»

ΕΔΩ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΤΕ ΗΧΟΥΣ ΑΠΟ ΓΚΙΩΝΗ ΚΑΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:

http://www.owlpages.com/owls.php?genus=Otus&species=scops

Advertisements

2 Trackbacks / Pingbacks

  1. ΜΙΑ ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ | ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ
  2. ΜΙΑ ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ | ΈργοΣαρωνικός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: