ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΤΑΜΑΡΙΞ Ή ΑΡΜΥΡΙΚΙ Ή ΑΛΜΥΡΙΚΙ (tamarix)

Αρμυρίκια στην παραλία τής Σαρωνίδας

ΤΑΜΑΡΙΞ Ή ΑΡΜΥΡΙΚΙ Ή ΑΛΜΥΡΙΚΙ

(tamarix)

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ο Τάμαριξ ή Ταμάριξ ή Ταμαρίς (Tamarix), όπως ονομάζεται στη βοτανική και Αρμυρίκι ή Αλμυρίκι, όπως το ονομάζει ο λαός μας, είναι ένα φυλλοβόλο φυτό (στην Ελλάδα, λόγω του ήπιου κλίματός της, δεν γίνεται αντιληπτό, ως φυλλοβόλο), το οποίο ανήκει στο γένος των Αγγειόσπερμων Δικότυλων φυτών (Δικοτυλήδονα), στην τάξη Ταμαρικώδη και στην οικογένεια Ταμαρικίδες (Tamaricaceae – Ταμαριδοειδή). Περιλαμβάνει 54 περίπου είδη θάμνων και χαμηλών ή και ψηλών δέντρων, που φύονται σε αλμυρές ερήμους ή ελώδης περιοχές, σε παραθαλάσσιες ακτές, σε ορεινές περιοχές και σε άλλες ημιερημικές τοποθεσίες, από τη Δυτική Ευρώπη και τη Μεσόγειο μέχρι την Ανατολική Ασία, τη βόρεια Κίνα και την Ινδία.

Ο Τάμαριξ είναι είδος αλόφυτου, δηλαδή φυτρώνει και ευδοκιμεί σε αλατούχα εδάφη, όπως και το κρίταμο (αρμύρα). Βρίσκεται αυτοφυής σε πολλές παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας και της Μεσογείου, κυρίως, κοντά σε παραλίες, αλλά και σε όχθες ποταμών και σε ρέματα, των οποίων ο υδάτινος ορίζοντας είναι υφάλμυρος.

Ως είδος αλόφυτου, ο Τάμαριξ αντιδρά στην τοξική δράση των αλατούχων εδαφών με τους εξής τρόπους: 1) ελαττώνει την είσοδο των αλάτων, 2) επιλέγει ορισμένα μόνο ιόντα, και 3) δεν αποθηκεύει, αν και απορροφά, άλατα στον κυτταρικό χυμό του, αλλά τα εκκρίνει με πολυάριθμους αδένες. Γι’αυτόν το λόγο, επάνω στα ταμαρικοειδή ή ταμαριδοειδή διακρίνονται κρυσταλλωμένα επανθίσματα αλάτων, τα οποία επιδρούν και από αυτή τη θέση στην απορρόφηση του νερού από το έδαφος. Τα περισσότερα από αυτά τα φυτά έχουν ανατομικές και μορφολογικές ομοιότητες με τα Ξηρόφυτα.

Τα είδη του γένους Τάμαριξ είναι ελκυστικά για το περίπου πτερωτό – ελαφρύ φύλλωμά τους, για τις όμορφες ανθοταξίες, τις οποίες σχηματίζουν και οι οποίες μοιάζουν επίσης σαν πλούσιο πτέρωμα, καθώς και για την εξαιρετική ανθεκτικότητά τους (αντέχουν σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, δεν έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις και δεν προσβάλλονται από έντομα και ασθένειες). Είναι, πράγματι, εξαιρετικά ανθεκτικά στην ξηρασία, στην αλατότητα του εδάφους και στον ψεκασμό τους με θαλασσινό νερό, καθώς τα κύματα σκάνε στην ακτή. Αυτός ο ψεκασμός με θαλασσινό νερό τα ευνοεί. Είναι ανθεκτικά και στους ψυχρούς και ξηρούς ανέμους, όταν φυτεύονται σε κήπους της ενδοχώρας, αλλά και ανθεκτικά στους ισχυρούς παράκτιους – θαλασσινούς ανέμους. Για όλους τους παραπάνω λόγους ο Τάμαριξ καλλιεργείται κατά μήκος των ακτών και σε αμμώδη ερημικά εδάφη, όχι μόνο ως καλλωπιστικό φυτό, αλλά και για τη δημιουργία ανεμοφρακτών, καθώς και για τη σκιά του στις παραλίες.

Το είδος Τ. gallica αποτελεί τυπικό δείγμα Ταμάρικος, το οποίο καλλιεργείται στις ακτές. Το είδος Τ. aphylla μπορεί να φθάσει σε ύψος τα 18 μέτρα και αποτελεί τυπικό δείγμα Ταμάρικος, ο οποίος καλλιεργείται σε ερημικές περιοχές για τη δημιουργία ανεμοφρακτών. Ορισμένα είδη είναι πολύ διαδεδομένα καλλωπιστικά φυτά κήπων. Χαρακτηριστικά αναφέρονται τα είδη T. Chinensis, T. Capsica, T. Elegans και T. Gallica με λευκά ή ρόδινα άνθη.

Τα ταμαρικοειδή ή ταμαριδοειδή ευδοκιμούν σε ιδιαιτέρως ηλιόλουστα μέρη και σε καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη, όταν φύονται σε παράκτιες περιοχές, ή σε εδάφη με υγρασία, όταν φύονται στην ενδοχώρα. Προτιμούν τα αμμώδη εδάφη. Έχουν δυνατό ριζικό σύστημα και οι ρίζες τους διακλαδώνονται, φθάνοντας σε μεγάλο βάθος. Τα κλαδιά τους είναι λεπτά, με πολυάριθμα μικρά γκριζοπράσινα λεπιοειδή φύλλα (μοιάζουν με λέπια ή με βελόνες). Τα άνθη τους είναι πολύ μικρά, λευκά ή ρόδινα, και διατάσσονται σε μακριές ταξιανθίες βότρυς, που φύονται είτε στον κορμό είτε στα άκρα των κλαδιών και δίνουν την εντύπωση πλούσιου πτερώματος. Κάθε άνθος έχει 4-5 σέπαλα, 4-5 πέταλα και 4-10 στήμονες. Τα πέταλα και οι στήμονες εκφύονται από έναν σαρκώδη δίσκο. Ο καρπός είναι κάψα με πολυάριθμα σπέρματα. Κάθε σπέρμα έχει έναν θύσανο τριχών στο ένα άκρο του.

Πολλαπλασιάζονται με σπόρο, αλλά και με μοσχεύματα. Σ’ό,τι αφορά στα μοσχεύματα,  είτε παίρνουμε για φύτευση το χειμώνα ώριμο μόσχευμα, είτε παίρνουμε για φύτευση το καλοκαίρι ημιώριμο μόσχευμα. Τους σπόρους τους σπέρνουμε, μόλις ωριμάσουν, κατά προτίμηση εντός σπορείου με μεταλλικό πλαίσιο.

Ο Τάμαριξ χρειάζεται τακτικό κλάδεμα, διότι τα κλαδιά του, όταν ψηλώνουν πολύ, αποκτούν μεγάλο βάρος, με αποτέλεσμα το φυτό να γίνεται ασταθές. Τα νεαρά φυτά, όταν φυτεύονται, πρέπει να κλαδεύονται σχεδόν στο επίπεδο του εδάφους. Ελαφρύ κλάδεμα συνιστάται για τα ώριμα φυτά, τα οποία ανθίζουν την Άνοιξη, ενώ βαθύ κλάδεμα συνιστάται για τα ώριμα φυτά, τα οποία ανθίζουν στα τέλη του Καλοκαιριού.

 

Ετυμολογία βοτανικού ονόματος: Σύμφωνα με τη βικιπαίδεια, η οποία παραπέμπει στο βιβλίο του Johnson, A.T. H.A. Smith (2008) «Plantnamessimplified» Ipswich: Old Pond Publishing,το όνομα Ταμαρίξ (Tamarix) στη λατινική γλώσσα αναφέρεται σε αυτή που κατάγεται από τον ποταμό Ταμαρίς (Tamaris) (λατινοποιημένο όνομα του ποταμού Τάμπρο (Tambro), που βρίσκεται στην Ισπανία. Εξ ού και η ελληνική μετάφραση Ταμαρίς (γεν. της Ταμαρίδος).

Στην Ελλάδα απαντούν αυτοφυή τα εξής είδη, τα οποία είναι γνωστά με την κοινή ονομασία αρμυρίκια:

1. Το αρμυρίκι της Αττικής ή το αρμυρίκι του Φαλήρου ή κοινό αρμυρίκι (Τ. haussknechtii ή Τ. hampeana ή Ταμαρίς η χαμπεανή):  Δέντρο, που φθάνει τα 10 μέτρα ύψος. Απαντάται στις παραλίες όλης της Ελλάδας. Έχει πολύ πυκνή φυλλωσιά και μικροσκοπικά λευκορόδινα άνθη. Αυτό το είδος είναι απαντάται συχνά στις παραλίες του Παλαιού Φαλήρου και του Δήμου Σαρωνικού.

2. Σμυρναίικο αρμυρίκι ή Ταμαρίς η σμυρναίικη (T. Smyrnensis): Θάμνος ή μικρό δέντρο, που δεν ξεπερνά τα δύο μέτρα ύψος, με ανοιχτορόδινα άνθη. Απαντάται σε παραθαλάσσιες τοποθεσίες ή και σε ρέματα στη Νότια Ελλάδα και στα νησιά του Αιγαίου.

3. Γαλλικό αρμυρίκι ή Ταμαρίς η γαλλική (Τ. gallica ή T. pallasii): Θάμνος ή μικρό δέντρο με κοκκινωπά κλαδιά και ρόδινα άνθη. Απαντάται σε παραθαλάσσιες περιοχές της Γαλλίας (εξού και γαλλική), ενώ στην Ελλάδα σε παραθαλάσσιους τόπους τους Αιγαίου.

4. Κρητικό αρμυρίκι ή Ταμαρίς η μικρανθής (Τ. cretica ή T. parviflora): Θάμνος ή μικρό δέντρο, που εξαπλώνεται σε έκταση (καλύπτει μέχρι και τα έξι μέτρα μήκος) και, συνήθως, δεν ξεπερνά τα τρία μέτρα ύψος (δύναται, όμως, να φθάσει και τα πέντε μέτρα ύψος). Τα κλαδιά του έχουν πορφυρό χρώμα και σχήμα αψιδωτό – καμπυλωτό. Έχει στενόμακρα σκούρα πράσινα φύλλα, μήκους 3mm  περίπου, και ρόδινα άνθη με 4 πέταλα, τα οποία εμφανίζονται την Άνοιξη (συνήθως στα τέλη της Ανοίξεως) σε πυκνές πλάγιες ταξιανθίες, μήκους 5cm, πάνω σε παλαιότερα κλαδιά. Απαντάται – φύεται στις όχθες ποταμών, ρυακιών και ρεμάτων της Κρήτης και εν γένει της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

5. Το αρμυρίκι των ποταμών (T. tetrandra): Θάμνος ή μικρό δένδρο με αψιδωτά κλαδιά, πορφυρού προς καφέ χρώματος.. Τα φύλλα του φθάνουν τα 4mm μήκος. Φέρει ρόδινα άνθη με 4 πέταλα σε πλάγιες ανθοταξίες, μήκους μέχρι 5cm, πάνω σε παλαιά κλαδιά. Ανθίζει την Άνοιξη (συνήθως μέσα ή τέλη Ανοίξεως). Απαντάται – φύεται στα ανατολικά Βαλκάνια, στη Δυτική Ασία και στο Νότο της πρώτη Σοβιετικής Ενώσεως.

6. Το αρμυρίκι της Δαλματίας (Τ. dalmatica).

Τα Αρμυρίκια, τα κρίταμα, οι μετροσίδηροι, οι πικροδάφνες, οι αγαύες (αιώνια), οι φοίνικες, τα πεύκα, τα πουρνάρια, τα αγριολούλουδα της περιοχής και άλλα ανθεκτικά είδη φυτών κατά μήκος των ακτογραμμών του Δήμου Σαρωνικού και των υπολοίπων Δήμων του παραλιακού μετώπου, είναι ικανά να δημιουργήσουν ένα τοπίο απαράμιλλου φυσικού κάλλους, συμβατού με τη φυσική ιστορία και τις μορφολογικές και κλιματικές ιδιαιτερότητες της περιοχής, όπου θα συνδυάζονται το γαλαζοπράσινο της θάλασσας με τα χρώματα των παραπάνω φυτών (την Άνοιξη το θέαμα θα είναι πιο εντυπωσιακό) και με τα χρώματα των αμμουδερών παραλιών και των πέτρινων όγκων των απόκρημνων πλαγιών, οι οποίες καταλήγουν στη θάλασσα. Τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα φυτά (εξαιρείται ο μετροσίδηρος) είναι αυτοφυή και ιδιαιτέρως ανθεκτικά. Συνδυαζόμενα, λοιπόν, με καθαρές παραλίες και παράκτιους χώρους περιπάτου δύνανται να δημιουργήσουν ένα ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον, ελκτικό για τους ανθρώπους και για ποικίλους ζωντανούς οργανισμούς (φυτά, ζώα, πτηνά, ωφέλιμα έντομα – διατήρηση και αύξηση της βιοποικιλότητας). Αυτός ο πόλος έλξης θα συμβάλλει στην ανάπτυξη της περιοχής και στην αύξηση του εγχώριου και του εισαγόμενου τουρισμού. Πέραν δε των αρχαιοτήτων της περιοχής είναι μεγάλη ευκαιρία να αναδειχθεί το ιδιαίτερο φυσικό κάλλος της περιοχής και να αναπτυχθεί και ο οικοτουρισμός.

Πηγές – βιβλιογραφία

1. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα

2. The Royal Horticultural Society: Εγκυκλοπαίδεια των φυτών του κήπου

3. Εκπαιδευτική Εγκυκλοπαίδεια Εκδοτικής Αθηνών, τόμος 12ος, Φυτολογία.

4. Διάφοροι διαδικτυακοί τόποι.

Φωτογραφίες και επιμέλεια κειμένου: Δημήτριος Κλούρας για την «ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ»

ΔΕΙΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΑΙ: ΑΛΟΦΥΤΑ

Φωτογραφίες: Δημήτριος Κλούρας για την «ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ»

Advertisements

1 Trackback / Pingback

  1. ΑΛΟΦΥΤΑ | ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: