ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΝΑΒΥΣΣΟΥ

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Α Ν Α Β Υ Σ Σ Ο Σ

Σήμερα:

Μετά την ψήφιση του Ν. 3852/2010 (περί «Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης») και την εφαρμογή του από την 1-1-2011, η Ανάβυσσος μετετράπη από αυτόνομος δήμος σε δημοτική κοινότητα, ενσωματωμένη στον ενιαίο – «Καλλικρατικό» Δήμο Σαρωνικού, μαζί με τα Καλύβια, την Παλαιά Φώκαια, τη Σαρωνίδα και τον Κουβαρά. Είναι, λοιπόν, μία κωμόπολη, έδρα της ομώνυμης δημοτικής κοινότητας του Δήμου Σαρωνικού, της Περιφέρειας Αττικής (περιφερειακή ενότητα Ανατολικής Αττικής). Στη δημοτική κοινότητα Αναβύσσου ανήκουν επίσης οι οικισμοί Άγιος Νικόλαος, Βλάχικα, Λάκκα και Μαύρο Λιθάρι. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2011, της οποίας η μεθοδολογία, η αξιοπιστία και τα αποτελέσματα έχουν εντόνως αμφισβητηθεί, ο νόμιμος πληθυσμός της Αναβύσσου, δηλαδή οι δημότες της, ανέρχεται σε 6.167.

Α.- Τοπογραφία \ Γεωγραφικά – Διοικητικά όρια

Σήμερα:

Η Ανάβυσσος ευρίσκεται στα νοτιοανατολικά παράλια του Σαρωνικού, σε απόσταση 30 χιλιομέτρων περίπου νοτιοανατολικά της Αθήνας. Η Ανάβυσσος ευρίσκεται μεταξύ της Σαρωνίδας (κατεύθυνση προς Πειραιά) και της Παλαιάς Φώκαιας (κατεύθυνση προς Σούνιο).

Χαρακτηριστικό της Αναβύσσου είναι η μεγάλη έκταση στην οποία υπήρχαν και λειτουργούσαν, μέχρι το 1969, αλυκές. Το έδαφός της είναι πεδινό και καλύπτεται από τουριστικές και ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, κατοικίες παραθεριστών και των μονίμων κατοίκων, καθώς και από καλλιέργειες. Υπάρχουν επίσης αρκετές βιομηχανίες και βιοτεχνίες προς το εσωτερικό. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τον τουρισμό, τη γεωργία, τη βιομηχανία, τη βιοτεχνία και την αλιεία. Η Ανάβυσσος έχει ωραίες αμμουδιές και είναι από τα πιο ανεπτυγμένα παραθεριστικά κέντρα της Αττικής. Η δε παραλία της Αναβύσσου, μπροστά από τις αλυκές, είναι ιδιαίτερα δημοφιλής για όσους κάνουν θαλάσσιο σέρφινγκ. Η θάλασσα της Αναβύσσου σε άλλα σημεία είναι ρηχή (Κόκκινα) και σε άλλα βαθιά (Μαύρο Λιθάρι).

Η γεωγραφική περιοχή και η διοικητική ιστορία της Αναβύσσου από την αρχαιότητα μέχρι το 1979:

Η ονομασία Ανάβυσσος, ως γεωγραφικός όρος, περιελάμβανε, μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, τις περιοχές των σημερινών δημοτικών ενοτήτων τής Αναβύσσου, της Σαρωνίδας, της Παλαιάς Φώκαιας και τμημάτων των δημοτικών ενοτήτων των Καλυβίων και της Κερατέας. Ειδικότερα περιελάμβανε την περιοχή από τον Χάρακα μέχρι το Λαγονήσι και από το Πάνειο όρος (Πανί) μέχρι τη θάλασσα. Αυτή ακριβώς η περιοχή ταυτιζόταν και με τα γεωγραφικά όρια της Τριττύος τού Ανάφλυστου από την εποχή του Κλεισθένη (6ος αιώνας π.Χ.), από την οποία προέρχεται, με μικρή παραφθορά, και η σημερινή ονομασία «Ανάβυσσος». Ωστόσο, είτε από πολιτικές σκοπιμότητες, είτε από ευρύτερες πολιτικοοικονομικές ανάγκες, είτε από την αδυναμία των κατοίκων της (κυρίως των μικρασιατών προσφύγων) η γεωγραφική περιοχή της Αναβύσσου περιορίστηκε δραματικά μέχρι και το έτος 1979. Δεν παύει, όμως, η ιστορία της Αναβύσσου να ταυτίζεται με τα ευρύτερα γεωγραφικά όρια, τα οποία είχε στο παρελθόν. Ειδικότερα:

Αρχαιότητα: Η περιοχή της Αναβύσσου, με τα σημερινά γεωγραφικά – διοικητικά όριά της, περιλαμβανόταν στην ευρύτερη περιοχή της Τριττύος του Ανάφλυστου, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Αττικής, την οποία είχε θεσπίσει ο Κλεισθένης από τον 6ο αιώνα π.Χ. Στην παράλια Τριττύ του Ανάφλυστου περιλαμβάνονταν, κατά πάσα πιθανότητα, οι ακόλουθοι δήμοι: 1. ΑΝΑΦΛΥΣΤΟΥ (ενδεχομένως η σημερινή περιοχή της Αναβύσσου), 2. ΑΙΓΙΛΙΑΣ (περιοχή Φοινικιά, ΝΑ Πανείου Όρους), 3. ΑΜΦΙΤΡΟΠΗΣ (ενδεχομένως η σημερινή περιοχή Μητροπήσι Κερατέας), 4. ΒΗΣΑΣ (περιοχή Συντερίνα Καμάριζας), 5. ΑΤΗΝΗΣ (περιοχή Χάρακα Λεγρενών) και 6. ΘΟΡΩΝ (περιοχή Τραμπουριάς Πανείου Όρους).  Στην ίδια Τριττύ εικάζεται, ότι ανήκε και ο δήμος ΦΡΕΑΡΙΩΝ (περιοχή ανατολικά του όρους Ολύμπου – Λαγονήσι / πατρίδα του Θεμιστοκλή). Ωστόσο, ο δήμος Φρεάριων ανήκε στη Λεοντίδα και όχι στην Αντιοχίδα φυλή.

Νεώτεροι χρόνοι: Το έτος 1835, με το Βασιλικό Διάταγμα της 1ης (13) Οκτωβρίου 1835 (Φ.Ε.Κ. 17) «Περί σχηματισμού των δήμων της επαρχίας Αττικής», ιδρύθηκε ο Δήμος Λαυρίου, στον οποίο περιλήφθηκε η περιοχή της Αναβύσσου. Στον ίδιο Δήμο περιλήφθηκαν και οι σημερινές δημοτικές ενότητες του Λαυρίου, του Κουβαρά, της Φώκαιας, της Σαρωνίδας, των Καλυβίων και της Κερατέας.

Το έτος 1890, με το Βασιλικό Διάταγμα της 4ης Ιουλίου 1890 (Φ.Ε.Κ. 162) «Περί μετασχηματισμού του Δήμου Λαυρίου εις δύο δήμους», ο Δήμος Λαυρίου διαιρέθηκε σε δύο δήμους, ήτοι στο Δήμο Θορικίων και στο Δήμο Σουνιαίων (μετέπειτα Λαυρεωτικής). Η Ανάβυσσος περιελήφθη στα διοικητικά όρια του Δήμου Θορικίων. Στον ίδιο Δήμο περιελήφθησαν και οι σημερινές δημοτικές ενότητες των Καλυβίων, του Κουβαρά, της Φώκαιας, της Σαρωνίδας, των Καλυβίων και της Κερατέας, καθώς και η περιοχή των Λεγρενών.

Το έτος 1912, με τον νόμο ΔΝΖ (4057) Της 14ης Φεβρουαρίου 1912 και στη συνέχεια με το Βασιλικό Διάταγμα της 31ης Αυγούστου 2012 (Φ.Ε.Κ. 262) «Περί αναγνωρίσεως των δήμων και κοινοτήτων του νομού Αττικής και Βοιωτίας» διελύθη ο Δήμος Θορικίων και παρέμεινε στην Ανατολική Αττική μόνο ένας Δήμος, ήτοι ο Δήμος Λαυρεωτικής, και οκτώ Κοινότητες, ήτοι ο Δήμος Θορικίων διεσπάσθη σε διάφορες κοινότητες. Η Ανάβυσσος περιελήφθη στην Κοινότητα Κερατέας.

Το έτος 1927 η περιοχή της Αναβύσσου αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Κερατέας και προσαρτήθηκε στην Κοινότητα Καλυβίων – Θορικού.

Το έτος 1929, με το Διάταγμα της 21ης Νοεμβρίου 1929 (Φ.Ε.Κ. Α 422/1929), η Ανάβυσσος αναγνωρίσθηκε σε αυτόνομη Κοινότητα με τη συγκεκριμένη ονομασία, αφού αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Καλυβίων – Θορικού. Είχαν ήδη εγκατασταθεί οι μικρασιάτες πρόσφυγες και είχε δημιουργηθεί αυτόνομος οικισμός. Τα διοικητικά όρια ήταν τα εξής: Θέρμη, βόρεια κορυφογραμμή Σκόρδι, Άγιος Παντελεήμονας, Καπό, Φερεντίνου, Γκλιάτη, Πάντου, θάλασσα (η σημερινή οδός Μικράς Ασίας). Στην Κοινότητα της Αναβύσσου περιλαμβανόταν και η περιοχή «Πεύκα Γιουρντά», ήτοι η μετονομασθείσα σε Σαρωνίδα.

Το έτος 1947, με το Διάταγμα της 22ης Μαϊου 1947 (Φ.Ε.Κ. Α 112/1947), αναγνωρίσθηκε η Παλαιά Φώκαια σε αυτόνομη Κοινότητα με τη συγκεκριμένη ονομασία, αφού αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Καλυβίων – Θορικού. Και στην Παλαιά Φώκαια, μετά την εγκατάσταση των Φωκιανών προσφύγων από τη Μικρά Ασία, οι οποίοι εργάζονταν στις αλυκές Αναβύσσου, είχε δημιουργηθεί αυτόνομος οικισμός. Τα διοικητικά όρια ήταν τα εξής: Δυτικά η σημερινή οδός Μικράς Ασίας, βόρεια το κτήμα Φερεντίνου και το Καπό, ανατολικά οι λόφοι της Συντερίνας, η Σκασμένη Πέτρα, ο Προφήτης Ηλίας και οι ανατολικοί λόφοι της Αγίας Φωτεινής μέχρι το Κασίδι και νότια η θάλασσα.

Το έτος 1979, με το αριθμ. 74/30-01-1979 Προεδρικό Διάταγμα (Φ.Ε.Κ. Α 16/1979) «Περί αναγνωρίσεως του συνοικισμού Σαρωνίδος της κοινότητος Αναβύσσου εν τη επαρχία Αττικής του Νομού Αττικής εις ιδίαν Κοινότητα», αποσπάσθηκε από την Κοινότητα Αναβύσσου η περιοχή «Πεύκα Γιουρντά» και αναγνωρίσθηκε σε αυτόνομη Κοινότητα με την ονομασία Σαρωνίδα. Τα διοικητικά όρια ήταν τα εξής: Βορείως η Θέρμη, ανατολικώς και νοτίως το όριο της εντός σχεδίου περιοχής της και δυτικώς η θάλασσα.

Το έτος 2006 ηΚοινότητα Αναβύσσου μετετράπη σε Δήμο, μετά την ψήφιση του νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, σύμφωνα με τον οποίο μία Κοινότητα γίνεται Δήμος, όταν ο νόμιμος πληθυσμός της ξεπεράσει τις 4.000 κατοίκους. Η Ανάβυσσος είχε ξεπεράσει τούς 4.000 κατοίκους.

Το έτος 2011, με την ψήφιση του Ν. 3852/2010 περί «Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» και την εφαρμογή του από την 01-01-2011, η Ανάβυσσος μετετράπη από αυτόνομος δήμος σε δημοτική κοινότητα, ενσωματωμένη στον ενιαίο – «Καλλικρατικό» δήμο Σαρωνικού, μαζί με τα Καλύβια, την Παλαιά Φώκαια, τη Σαρωνίδα και τον Κουβαρά.

Β.- ΙΣΤΟΡΙΑ

Προϊστορικοί χρόνοι – Αρχαιότητα:

Στην περιοχή  της Αναβύσσου βρισκόταν ο αρχαίος δήμος της Αττικής, Ανάφλυστος, με αξιόλογη βιοτεχνία κεραμικών, ο οποίος ανήκε στην Αντιοχίδα φυλή. Από παραφθορά του αρχαίου ονόματος της περιοχής πιστεύεται, ότι προέρχεται το όνομα της Αναβύσσου (Ανάφλυστος – Ανάβλυστος – Ανάβλυσσος – Ανάβυσσος). Σύμφωνα με τη μυθολογία, ιδρυτής του δήμου ήταν ο ήρωας Ανάφλυστος από την Τροιζήνα, γιος του Τροιζήνος και θείος του Θησέα. Ο Ανάφλυστος, ελλείψει δικού του βασιλείου, μετοίκησε από την Αργολίδα στην Αττική, όπου και ίδρυσε τον ομώνυμο οικισμό. Η ονομασία Ανάφλυστος προέρχεται από το αρχαίο ρήμα ανα-φλύω = ανακοχλάζω, όπως το νερό, το οποίο βράζει. Σχετικά με την προέλευση της σημερινής ονομασίας «ΑΝΑΒΥΣΣΟΣ» γίνεται εκτενέστερη αναφορά στη συνέχεια, στο πέμπτο (Ε΄) κεφάλαιο.

Από τα πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα (νεκροταφεία, κλπ) προκύπτει, ότι η περιοχή πρέπει να ήταν πυκνοκατοικημένη και με μεγάλη οικονομική ανάπτυξη, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και μέχρι την άφιξη των μικρασιατών προσφύγων. Ο δήμος Αναφλύστου ήταν σπουδαίος δήμος, όπως αυτό συνάγεται από τα πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα, από την ύπαρξη μεταλλείων (π.χ. περιοχή Αρί) για την εξόρυξη αργυρούχου μολύβδου (ασήμι) για την κατασκευή νομισμάτων της Αθήνας, από την ύπαρξη των αλυκών, οι οποίες χρησιμοποιούντο από την αρχαιότητα, αλλά και από την ύπαρξη λιμανιού και φρουρίου, όπως βεβαιώνει ο Ξενοφώντας, αλλά και προκύπτει από τα αρχαιολογικά ευρήματα. Στα δε ρωμαϊκά χρόνια υπήρχε και υδραγωγείο στην περιοχή του Ολύμπου.

Νεώτερες έρευνες έδειξαν πως η καταλληλότερη θέση για την τοποθέτηση του αρχαίου δήμου είναι κοντά στο εκκλησάκι Άγιος Γεώργιος, που βρίσκεται νοτιοδυτικά της σημερινής Αναβύσσου και 1 περίπου χιλιόμετρο βορειοανατολικά της Παλαιάς Φώκαιας. Η θέση αυτή είναι η μόνη, που συμφωνεί απόλυτα με τις περιγραφές των αρχαίων συγγραφέων και έχει δώσει λείψανα συνεχούς κατοίκησης από τα γεωμετρικά χρόνια μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα.

Οι κάτοικοι του δήμου θα πρέπει να καλλιεργούσαν την πεδινή περιοχή πέριξ τού δήμου και να εκμεταλλεύονταν την αλυκή στον μυχό του όρμου της Αναβύσσου, που, και κατά την αρχαιότητα, ήταν σε λειτουργία. Το λιμάνι του δήμου θα πρέπει να βρισκόταν στην παραλία της σημερινής Παλαιάς Φώκαιας, όπου παλαιότεροι αρχαιολόγοι από τον 19ο αιώνα είχαν επισημάνει λείψανα λιμενικών εγκαταστάσεων.

Στην περιοχή της Αναβύσσου έχουν, κατά καιρούς, έλθει στο φως πλήθος αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία την κατατάσσουν στους πλουσιότερους, από ανασκαφική άποψη, χώρους της Αττικής. Τα αρχαιότερα λείψανα έχουν επισημανθεί σε μικρό ορμίσκο, ανατολικά του ακρωτηρίου Άγιος Νικόλαος και είναι μεσοελλαδική κεραμεική και καμπύλοι τοίχοι αψιδωτών οικιών. Η πιο ενδιαφέρουσα περιοχή είναι γύρω στο εκκλησάκι Άγιος Γεώργιος, 1 χιλιόμετρο βορειοανατολικά της σημερινής Παλαιάς Φώκαιας, όπου το 1911 ανασκάφηκε ολόκληρο γεωμετρικό νεκροταφείο, το οποίο τοποθετείται χρονολογικά στο τελευταίο τέταρτο του 8ου π.χ. αιώνα. Κεραμεικά και άλλα ευρήματα από την περιοχή δείχνουν, ότι εκεί πρέπει να υπήρχε οικισμός, που διατηρήθηκε από τον 8ο π.χ. αιώνα μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Άλλοι οικισμοί θα πρέπει να βρίσκονταν κοντά στο εκκλησάκι Άγιος Παντελεήμων, βόρεια της σημερινής Αναβύσσου, ενώ στους γύρω λόφους υπάρχουν στοές από αρχαία μεταλλευτική δραστηριότητα. Σ’αυτήν ακριβώς την περιοχή, ήτοι στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονος, ανευρέθη το 1965 νεκροταφείο της γεωμετρικής περιόδου, με σημαντικά αρχαιολογικά κτερίσματα εντός των ανασκαφέντων τάφων.

Ο τομέας, όμως, στον οποίο υπήρξε ιδιαίτερα πλούσια η γη της Αναβύσσου είναι στην αρχαϊκή επιτύμβια γλυπτική. Από κάποιο αρχαϊκό νεκροταφείο γύρω στην Ανάβυσσο θα πρέπει να προέρχονται τρία από τα χαρακτηριστικότερα γλυπτά της αρχαϊκής γλυπτικής: ο πρώϊμος κούρος της Νέας Υόρκης (590 π.χ.), ο κούρος της Αναβύσσου ή Κροίσος (530-520 π.χ.) και ο ονομαζόμενος Αριστόδικος (510-500 π.χ.). Ο πρώτος βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και οι άλλοι δύο στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Δυσάρεστο είναι το γεγονός, ότι και τα τρία αυτά αγάλματα προέρχονται από λαθραίες ανασκαφές και έτσι δεν έγινε δυνατό να επισημανθεί η ακριβής θέση του αρχαϊκού νεκροταφείου, καθώς και όλα τα άλλα ιστορικά και τοπογραφικά στοιχεία, που αποδίδει μία συστηματική ανασκαφική έρευνα.

Από την Ανάβυσσο, επίσης, προέρχεται και μία βάση κούρου με ανάγλυφες παραστάσεις στις πλευρές, η οποία χρονολογείται στις αρχές του 5ου π.χ. αιώνα, καθώς και μία λίθινη σαρκοφάγος με 6 λευκές ληκύθους, που χρονολογούνται γύρω στα 430 π.χ. Σπουδαία, τέλος, ήταν και τα αγγεία, τα οποία φιλοτεχνήθηκαν στην περιοχή. Πολλά από αυτά εκτίθενται στο αρχαιολογικό μουσείο της Βραυρώνας.

Μεσαίωνας – Τουρκοκρατία:

Για εκείνη την περίοδο δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες σε σχέση με την ευρύτερη περιοχή της Αναβύσσου. Αυτό, το οποίο γνωρίζουμε, κυρίως από τις περιγραφές των διαφόρων, ξένων κυρίως, περιηγητών είναι, ότι η περιοχή είχε πλέον παρακμάσει, οικονομικά και πληθυσμιακά. Οι κάτοικοι ήταν μερικές μόνο δεκάδες και αυτοί δεν ήταν μόνιμοι. Υπήρχαν ελάχιστοι εργάτες, κυρίως για τις αλυκές και για την εξυπηρέτηση Οθωμανών γαιοκτημόνων (στη συνέχεια Ελλήνων τσιφλικάδων), αλλά και ορισμένοι νομάδες κτηνοτρόφοι από την ελληνική φυλή των Σαρακατσάνων, οι οποίοι μετέφεραν τα κοπάδια των ζώων τους και ξεχειμώνιαζαν, περιστασιακά, σε καλύβες, κυρίως, στις περιοχές Βλάχικα, Φέριζα, Καταφύγι και Θυμάρι.

Νεώτερα χρόνια:

Η ίδια παρακμιακή κατάσταση συνεχίσθηκε και μετά την απελευθέρωση. Η περιοχή παρέμενε σχεδόν έρημη και ακαλλιέργητη. Στις αρχές του 20ου αιώνα μοναδικοί μόνιμοι κάτοικοι ήταν τα μέλη της οικογένειας Μαλτέζου, που μόχθησαν να καλλιεργήσουν τμήμα της περιοχής, αλλά και να αναπτύξουν καλλιέργειες αμπέλου. Όταν, όμως, μετά την μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκαν στην περιοχή οι πρώτοι πρόσφυγες, τότε όλα άρχισαν να μεταβάλλονται δραστικά και η περιοχή άρχισε «να παίρνει και πάλι ζωή», ήτοι να αναπτύσσεται πληθυσμιακά και οικονομικά.

Στην περιοχή, λοιπόν, της Αναβύσσου εγκαταστάθηκαν, κυρίως από το 1924, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, που ασχολήθηκαν με τη γεωργία και την αλιεία. Κάποιοι από αυτούς, κυρίως Φωκιανοί πρόσφυγες, ίδρυσαν στον μυχό του όρμου της Αναβύσσου το χωριό Παλαιά Φώκαια, που σήμερα είναι σύγχρονο λιμανάκι. Οι πρώτοι πρόσφυγες, που ήρθαν στην Ανάβυσσο, προέρχονταν κυρίως από την Αρετσού της Κωνσταντινούπολης, ιδρύοντας τον πρώτο οικισμό τους, τον οποίο αρχικώς ονόμασαν Αρετσού και στη συνέχεια έλαβε την τωρινή ονομασία «Ανάβυσσος», όπως ονομαζόταν όλη η ευρύτερη περιοχή. Στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλοι πρόσφυγες, κυρίως από το Ενεχίλ της Καππαδοκίας. Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες, με σκληρή δουλειά, κατόρθωσαν να αναπτύξουν την περιοχή και να προοδεύσουν σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Σ’αυτό συνέβαλλε και η σταδιακή διανομή σ’αυτούς των περίφημων κληροτεμαχίων, τα οποία προήλθαν από την κατεπείγουσα (με συνοπτικές διαδικασίες, λόγω των επειγουσών συνθηκών) απαλλοτρίωση μέρους του τσιφλικιού της οικογένειας των Μαρκέλων. Επίσης, παραχωρήθηκαν και κάποιες εκτάσεις στους Σαρακατσάνους κτηνοτρόφους της περιοχής, οι οποίοι είχαν αρχίσει να εγκαθίστανται μονιμότερα στην περιοχή. Όλοι μαζί, Μικρασιάτες και Σαρακατσάνοι, «ανέστησαν», πληθυσμιακά και οικονομικά, την περιοχή της Αναβύσσου.

Τελευταίες δεκαετίες:

Από την εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο πληθυσμός παρέμενε σχεδόν στάσιμος. Δεν υπήρξε, δηλαδή κάποια άλλη σημαντική πληθυσμιακή μεταβολή, ήτοι δεν υπήρξε κάποια μετανάστευση των κατοίκων της Αναβύσσου σε άλλες περιοχές, αλλά και δεν υπήρξε άλλος πληθυσμός, ο οποίος να εγκατασταθεί στην περιοχή.

Ωστόσο από το 1960 και επέκεινα η κατάσταση μεταβλήθηκε ραγδαία με τη συνεχή εγκατάσταση πολιτών στην περιοχή. Στην αύξηση των κατοίκων συνετέλεσε κυρίως η μεγάλη τουριστική ανάπτυξη της περιοχής, λόγω της κατασκευής του παραλιακού αυτοκινητόδρομου προς το Σούνιο. Προηγήθηκε, λοιπόν, ένα πρώτο μεταναστευτικό ρεύμα από τις περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Στη συνέχεια, κυρίως από τη δεκαετία του 1980, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή οικογένειες από τη Μυτιλήνη (κυρίως από τα χωριά της Γέρας), οι οποίοι ασχολήθηκαν, ως επί το πλείστον, με την αλιεία, αλλά και πολλοί Αθηναίοι, οι οποίο αγόραζαν αγροτεμάχια και οικόπεδα στην περιοχή για να κατασκευάσουν εξοχικές οικίες. Το μεταναστευτικό ρεύμα των Αθηναίων προς την περιοχή συνεχίσθηκε ακατάπαυστα και τις επόμενες δεκαετίες, ήτοι από το 1990 μέχρι σήμερα. Γι’αυτόν, εξάλλου, το λόγο η Ανάβυσσος εξελίχθηκε από τις αρχές του εικοστού αιώνα και έφθασε να γίνει το 2006 από ένας απλός οικισμός σε μία κωμόπολη, έδρα, πλέον, ομώνυμου Δήμου.

Γ.- ΚΑΤΟΙΚΟΙ

Ο σημερινός πληθυσμός τής Αναβύσσου αποτελείται από τέσσερις, κυρίως, κατηγορίες: 1. Σαρακατσάνους, 2. Μικρασιάτες, 3. Μυτιληνιούς και 4. Αθηναίους παραθεριστές. Στους κατοίκους της Αναβύσσου πρέπει να προστεθεί και η κατηγορία των Αρβανιτών, οι οποίοι, σε αντίθεση με τις περιοχές των Καλυβίων, της Κερατέας, κλπ, είναι πολύ λιγότεροι στην Ανάβυσσο, στην Παλαιά Φώκαια και στη Σαρωνίδα. Σ’ότι δε αφορά στην πληθυσμιακή εξέλιξη της περιοχής αυτή έχει ως ακολούθως:

Στην αρχαιότητα η περιοχή ήταν πυκνοκατοικημένη, βάσει των δεδομένων της εποχής, όπως αυτό προκύπτει από τις αρχαιολογικές ανακαλύψεις. Ωστόσο, από τον μεσαίωνα, κυρίως, και μέχρι την εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων το 1924, η περιοχή είχε παρακμάσει πληθυσμιακά και οικονομικά ήταν σχεδόν έρημη.

Περίπου από το έτος 1835 έχουμε τα πρώτα στοιχειώδη, εάν και όχι τόσο ασφαλή, επίσημα στοιχεία για τον αριθμό των κατοίκων της περιοχής, τα οποία είναι ενδεικτικά της πληθυσμιακής καταστάσεως. Πιθανότατα δε, οι αρχικές μετρήσεις να αφορούσαν κυρίως στον οικισμό της Αναβύσσου. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται, ότι τα κριτήρια και οι μέθοδοι καταμετρήσεως του πληθυσμού μεταβάλλονταν κάθε φορά. Στις τελευταίες δε απογραφές, ήτοι των τελευταίων δεκαετιών, όπου είχε αναπτυχθεί ο εσωτερικό τουρισμός και η αύξηση των παραθεριστικών κατοικιών) είναι αυτονόητο, ότι δεν καταγράφονταν οι χιλιάδες των παραθεριστών, οι οποίοι κατακλύζουν κάθε καλοκαίρι την περιοχή της Αναβύσσου, ανεβάζοντας τον πληθυσμό της κατά πολλές χιλιάδες. Ειδικότερα:

1835: 54 κάτοικοι

1890: 26 κάτοικοι

1924: Οι κάτοικοι ξεπέρασαν τους 1.000, λόγω του πρώτου προσφυγικού κύματος.

1951: 851 κάτοικοι

1961: 960 κάτοικοι

1971: 1443 κάτοικοι

1981: 2.833 κάτοικοι

1991: 4.200 κάτοικοι

2001: 7.189 κάτοικοι (αφορά στον πραγματικό πληθυσμό) και 3.778 (αφορά στο νόμιμο πληθυσμό, ήτοι στους δημότες).

2011: 6.167 κάτοικοι (αφορά αποκλειστικώς στο νόμιμο πληθυσμό, ήτοι στους δημότες, και όχι στον πραγματικό πληθυσμό).

Δ.- ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

Τα τελευταία έτη η Ανάβυσσος αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα, εκ των οποίων, άλλα σχετίζονται με γενικότερα προβλήματα της χώρας και άλλα με ειδικότερα προβλήματα της περιοχής. Συγκεκριμένα:

Καίτοι έχει αυξηθεί ο πληθυσμός και οι ανάγκες της περιοχής, οι υποδομές είναι ανεπαρκείς. Δεν υπάρχει, λοιπόν, αποχετευτικό σύστημα. Υπάρχει μείζον πρόβλημα με τη διαχείριση των απορριμμάτων (λειτουργούν πολλές μικρές παράνομες χωματερές). Πολλές περιοχές της Αναβύσσου δεν έχουν ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως και παράλληλα έχουν οικοδομηθεί παρανόμως και ανάρχως. Το υπάρχον νεκροταφείο έχει κορεσθεί και υπάρχει ανάγκη επεκτάσεώς του ή ανευρέσεως νέου χώρου για τη δημιουργία νεκροταφείου. Δεν υπάρχει η δέουσα προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, παρατηρούνται εκτεταμένες παραβιάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας με τη συστηματική καταπάτηση δασικών εκτάσεων και την, κατά καιρούς, μόλυνση του εδάφους, της θαλάσσης, των παραλιών και των υδάτινων πόρων της περιοχής. Οι αλυκές συστηματικώς υποβαθμίζονται με τη ρίψη μπαζών και με άλλες χρήσεις, οι οποίες εμποδίζουν το φυσικό προορισμό τους, ως υγροτόπου. Επίσης, δεν έχουν αναδειχθεί και δεν προστατεύονται επαρκώς οι υπάρχοντες αρχαιολογικοί χώροι.  Υπάρχει έντονο πρόβλημα ανεργίας, το οποίο επιτείνει η έλλειψη αναπτυξιακού σχεδίου για την περιοχή, τόσο από την εκάστοτε κυβέρνηση, όσο και από τις εκάστοτε τοπικές αρχές. Η γενικότερη οικονομική ύφεση έχει πλήξει τις επιχειρήσεις και βιοτεχνίες της περιοχής. Το μεγαλύτερο, ωστόσο, πρόβλημα για την περιοχή της Αναβύσσου, το οποίο επηρεάζει ή θα επηρεάσει και τις υπόλοιπες δημοτικές ενότητες του ενιαίου πλέον Δήμου Σαρωνικού, είναι τα μεγάλα οικονομικά ελλείμματα του τέως δήμου Αναβύσσου, καθώς και άλλων δημοτικών ενοτήτων του Δήμου Σαρωνικού, τα οποία, σε συνδυασμό με τη μείωση ή και την ολοσχερή παύση κάθε κρατικής οικονομικής ενισχύσεως, θα δημιουργήσουν συντόμως συνθήκες πτωχεύσεως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους δημότες.

Ε.- Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ «ΑΝΑΒΥΣΣΟΣ» ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΧΟΓΝΩΜΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΑΥΤΗΝ

Ο Δικ. Βαγιακάκος, παλαιός διευθυντής του Κέντρου Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, σε άρθρο – ανάλυσή του στο περιοδικό «ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΈΝΗ» (τεύχος 21, έτος 1970), αφού παρέθεσε τις διάφορες μέχρι τότε απόψεις σε σχέση με την προέλευση της ονομασίας «ΑΝΑΒΥΣΣΟΣ», αλλά και σε σχέση με την ορθογραφία της, κατάληξε στην άποψη, ότι, η μεν ορθή γραφή της ονομασίας είναι «ΑΝΑΒΗΣΣΟΣ» και όχι «ΑΝΑΒΥΣΣΟΣ», η δε προέλευση της ονομασίας  προέρχεται από τον αρχαίο Δήμο ή περιοχή, μεταξύ των Δήμων Θορικού και Αναφλύστου, με την επωνυμία «ΒΗΣΣΑ» ή «ΒΗΣΑ». Για την κατανόηση της απόψεώς του παραθέτουμε το πλήρες κείμενου του άρθρου – αναλύσεώς του:

«ΑΝΑΒΗΣΣΟΣ. Αγκυροβόλιον καταφυγής δ’όλους τους καιρούς πλην τού από Νότου έως Ζεφύρου, ευρισκόμενον εις την περιοχήν τής Αττικής και προς την κατεύθυνση του Σουνίου. Είναι γνωστόν από τους χάρτας με το όνομα Porto San Nicolo.

Δια την ετυμολογίαν και επομένως δια την ορθογραφίαν του τοπωνυμίου έγραψε παλαιότερον ο Α. Μηλιαράκης (1890), ο οποίος παρετήρησεν, ότι η λέξη δεν πρέπει να γράφεται υπό τον τύπον Ανάβυσσος (ανά + άβυσσος), διότι ουδεμία άβυσσος, ρωγμή ή χάσμα γης υπάρχει εκεί και διότι και η σύνθεσις τών λέξεων άνω και άβυσσος είναι αδύνατος.

Ο καθηγητής Άμαντος βραδύτερον παρετήρησεν, ότι η λέξη δύναται να είναι σύνθεσις τών λέξεων άνω και βήσσα ή βήσα.

Βήσσα ή δωρικόν Βάσσα είναι γνωστόν ήδη εις τον Όμηρον και σημαίνει τη σύνδενδρον φάραγγα ή τη δρυμώδη κοιλάδα. Ουρέος εν βήσσησι (εις τα ορεινάς κοιλάδας), λέγει ο Όμηρος. Ο μετά ταύτα με τα τοπωνύμια της Αττικής ασχοληθείς Ιω. Σαρρής παρετήρησεν ότι το τοπωνύμιο πιθανώς να έχη  σχέσιν με την ονομασίαν του αρχαίου Δήμου Βήσσης ή του αρχαίου Δήμου Αναφλύστου. Εις τον Όμηρον (Ιλιάδος Β 532) αναφέρεται ότι έλαβον μέρος εις τον Τρωϊκόν Πόλεμον οι κατοικούντες την Βήσαν τε Σκάρφην τε και Αυγείας Ερατεινάς.

Ο Ξενοφών εις το έργον αυτού Περί Προσόδων (43) παραδίδει ότι κατά την περιοχήν αυτήν μεταξύ Θορικού και αρχαίου Δήμου Αναφλύστου υπήρχε τοπωνύμιο Βήσα: «έστιν μεν γαρ δήπου περί τα μέταλλα εν τη προς μεσημβρίαν θαλάττη τείχος εν Αναφλύστω, έστι δε εν τη προς άρκτον τείχος εν Θορικώ¨ απέχει δε ταύτα απ’αλλήλων αμφί τα εξήκοντα στάδια¨ ει ουν και εν μέσω τούτων γένοιτω επί τω υψηλοτάτω Βήσης τρίτον έρυμα …».

Ο Στράβων παρατηρεί ότι: «Βήσσα¨ δρυμώδης τις τόπος¨ ταύτην μεν ουν την Βήσσαν εν τοις δυσί γραπτέον σίγμα (από γαρ του δρυμώδους ωνόμασται ομωνύμως), τον δε εν Αττική δήμον, αφ’ου Βησαείς οι δημόται λέγονται, εν τω ενί σίγμα».

Ως προς τη γραφήν είδομεν ότι ο Στράβων θέλει την δι’ενός σίγμα. Ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης παραδίδει ότι «ο Ηρωδιανός δια δύο σσ γράφει, ωνομάσθη δε από της του τόπου φύσεως ναπώδους ούσης, ο δε εν τη Αττική, φησί, δήμος η Βήσα εν τω ενί σ, εξ ου και οι δημότες Βησαείς». Βάσσα είναι ήδη αρχαίον τοπωνύμιον. Γνωστός είναι ο εν Βάσσαις της Φιγαλείας ναός του Επικουρίου Απόλλωνος. Η λέξις υπό τη δωρικήν μορφήν της Βάσσα απαντά ως τοπωνύμιον εις διάφορα μέρη της Ελλάδος είτε απλή είτε εν συνθέσει, ως Βάσσα (Κύπρος, Τσακωνιά), Βάτσα (Κεφαλληνία), Βάσσες (Νίσυρος), Γεροβάσσα – Κυπροβάσσα (Κύπρος) κ.α. Εκ της Χίου και Νάξου έχομεν και το τοπωνύμιον Βέσσα, Αριοβέσσα. Σήμερον εις την Σύρον χωρίον της Κοινότητος Ποσειδωνίας καλείται Βήσσα και παρ’αυτό άλλο Άνω Βήσσα. Ανάλογον είναι και σήμερον υπό τη σύνθετον μορφήν Ανάβησσος, το οποίο εδόθη εις την περιοχήν αυτήν δια το σχήμα του εδάφους, διότι είναι όμοιον προς κοιλάδα, άλλοτε κατάφυτον.

Σημειώνω, ότι κατά την αρχαιότητα εις την Αλεξάνδρειαν Βήσσα εκαλείτο και ποτήριον πλατύτερον εκ των κάτω μερών και εστενωμένον άνωθεν.

ΔΙΚΑΙΟΣ Β. ΒΑΓΙΑΚΑΚΟΣ Δ.Φ.

Διευθυντής του Κέντρου Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών»

Σε αντίθεση με τον Δικ. Βαγιακάκο και πολύ πριν από αυτόν, δύο κορυφαίοι αρχαιολόγοι, οι Παν. Καστριώτης και Αλεξ. Φιλαδελφεύς, οι οποίοι είχαν προβεί σε σημαντικές αρχαιολογικές ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή της Αναβύσσου και σε σημαντικές ανακαλύψεις, υποστήριξαν το έτος 1911 την άποψη, ότι η ονομασία «ΑΝΑΒΥΣΣΟΣ» προέρχεται από το «ΑΝΑΦΛΥΣΤΟΣ», ήτοι από την ονομασία του αρχαίου – ομώνυμου Δήμου (ΠΑΕ 1911, 110-133). Αυτή τελικώς ήταν και η άποψη, η οποία επικράτησε μέχρι σήμερα. Ωστόσο, οι δύο αρχαιολόγοι, το μεν αναφέρονται σε μεγάλη πιθανότητα και όχι σε απόλυτη βεβαιότητα, ως προς την εκδοχή, την οποία υποστηρίζουν, το δε χρησιμοποιούν την ονομασία με ένα και όχι με δύο σ, όπως εξάλλου καταγράφεται και στο παλαιό λεξικό του Ελευθερουδάκη. Η άποψή τους, όπως ακριβώς είχε διατυπωθεί το 1911, είναι η ακόλουθη:

  «Των ανασκαφών Αναβύσου ηρξάμεθα την 22 Αυγούστου, διεκόψαμεν δε ταύτας, ένεκα του προσεγγίζοντος χειμώνος, την 24 Σεπτεμβρίου τρέχοντος έτους. Η θέσις Ανάβυσος ανήκει εις τον σημερινόν δήμον Θορικίων, κείται δ’εν ταις υπωρείες του Λαυρεωτικού Ολύμπου και του παρά την θάλασσαν όρους «Σκόρδι», χωριζομένου δια στενής κοιλάδος από του έναντι από Ανατολών προς Δυσμάς εκτεινομένου Κερατοβουνίου, όπερ αποκλείει ούτως, ως ανυπέρβλητον πρόχωμα προς Βορράν, την μεγάλην πεδιάδα της Αναβύσσου από την της Κερατέας. Εν τη θέσει Αναβύσου παρά τη θάλασσαν υπάρχει και η γνωστή του Κράτους Αλυκή, ακριβώς έναντι της Χερσονήσου Αστυπαλαίας και της νησίδος Ελεούσης, ως αμφοτέρων μνημονεύει ο Στράβων, εκεί που τοποθετών τον δήμον Αναφλύστου, ένα των αρχαιοτάτων της Αττικής, εις την Αντιοχίδα φυλήν ανήκοντα.

Πιθανώτατον εκ τούτου καθίσταται, αν μη βεβαιότατον, ότι εν τη θέσει «Ανάβυσος» έκειτο το πάλαι ο δήμος Αναφλύστου, προς δε ότι και αυτό το όνομα της σήμερον είνε παραφθορά του ονόματος του αρχαίου εκείνου και μεγάλου δήμου. Ότι δε υπήρξε τοιούτος πιστοποιούσιν οι απειράριθμοι και πλουσιώτατοι έστιν ότε τάφοι, οι καθ’άπασαν την πεδιάδα διεσπαρμένοι, διότι κτίρια δεν εσώθησαν δυστυχώς ή ελάχιστα ίχνη παρά τη θάλασσαν και εν αυτή, ως και αλλαχού που παρά τας υπωρείας των πέριξ όρεων. …

Εν Αθήναις τη 24 Δεκεμβρίου 1911

Παν. Καστριώτης – Αλεξ. Φιλαδελφεύς»

Βήσσα: Για τους αρχαίους ποιητές, κοιλάδα με πολλά δένδρα. Για τους μεταγενέστερους, είδος ποτηριού, από αυτά που κατασκευάζονταν στην Αλεξάνδρεια, πλατύ προς τα κάτω και στενό προς τα πάνω.

Βησάς: Αρχαιότατος θεός των Αιγυπτίων, που η λατρεία του επεκτάθηκε και στους γύρω από την Ερυθρά Θάλασσα λαούς. Ήταν θεός του γέλιου, πολύ κωμικός στη μορφή και τα είδωλά του. Τον εμφανίζουν πότε να πηδά, πότε να παίζει κύμβαλο και τις περισσότερες φορές ντυμένο με δέρμα πάνθηρα και λοφία από φτερά στο κεφάλι.

Πηγές – Βιβλιογραφία:

1. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτική Αθηνών)

2. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου)

3. Περιοδικό «ΙΣΤΟΡΙΑ εικονογραφημένη»

4. Περιοδικό «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ»

5. Δικτυακός τόπος δημοτικής ενότητας Αναβύσσου

6. Ο Χρυσός Αιώνας των Αθηνών και η Γέννηση του Δυτικού Πολιτισμού (Discovery & Science)

7. Ανάβυσσος: Ιστορικός και Τουριστικός Οδηγός 1995 (Θεοδώρου Δ. Δαλάκογλου).

8. Ανάβυσσος – Βιβλίο Πρώτο: Ο Τόπος, οι Άνθρωποι – η Ζωή / Τοπωνύμια – Οδωνύμια – Ανθρωπωνύμια (Θεοδώρου Δ. Δαλάκογλου – 1996).

9. Επίτομον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη (Μικρή Εγκυκλοπαίδεια)

10. Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας έτους 1911

11. Μάκης Αγκούτογλου

12. Ιωάννης Μαλτέζος

13. Διάφοροι διαδικτυακοί τόποι.

Επιμέλεια κειμένου και φωτογραφίες: Δημήτριος Κλούρας για την «ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ»

Τα στοιχεία διαρκώς θα εμπλουτίζονται.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: